ἔλαψ

ἔλαψ,
A = ἔλλοψ, Gp.20.7.1.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • έλαψ — ο (ΑΜ ἔλαψ) νεοελλ. γένος δηλητηριωδών φιδιών τής οικογένειας τών ελαπιδών αρχ. έλλοψ …   Dictionary of Greek

  • ελαπίδες — οι οικογένεια πολύ δηλητηριωδών φιδιών τών τροπικών χωρών και ιδιαίτερα τής Αυστραλίας (αντιπρόσωποί τους η νάγια και ο έλαψ) …   Dictionary of Greek

  • ελατίδες — οι 1. οικογένεια γυμνόσπερμων φυτών 2. ο έλαψ …   Dictionary of Greek

  • ψευδέλαψ — ο, Ν (λόγιος τ.) ζωολ. γένος οφιδίων τής οικογένειας ελαπίδες. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. νεολατ. pseudelaps (< ψευδ[ο] * + έλαψ)] …   Dictionary of Greek

  • elaps — ˈēˌlaps noun Usage: capitalized Etymology: New Latin Elap , Elaps, from Middle Greek elaps, a fish, alteration of Greek ellops, elops more at elops : a genus (the type of the family Elapidae) of venomous snakes formerly including many of the… …   Useful english dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.